
Ο Παν –λέει- ήταν θεός της Φύσης και κεραυνοβολήθηκε παράφορα από μια νύμφη της αρκαδικής γης με το όνομα Σύριγγα, θυγατέρα του ποταμού-θεού Λάδωνα. Τη βρήκε μια μέρα στο δάσος, και τόσο γλυκό τού φάνηκε το τραγούδι της, που αμέσως τη ζήτησε γυναίκα του.
Η Σύριγξ όμως δεν τον ήθελε με τίποτα .Τότε ο Παν θύμωσε και άρχισε να την καταδιώκει. Εμπρός η
Σύριγξ τρελαμένη από το φόβο, πίσω ο Παν που γελούσε δυνατά, γιατί ήξερε πως τίποτα δεν μπορούσε να ξεφύγει από τα κατσικίσια πόδια του. Βγήκαν από το δάσος κι εκεί βρέθηκε η Σύριγξ μπρός σ’ ένα ποτάμι. Μια στιγμή δίστασε, κοίταξε πίσω της, είδε πως ο κίνδυνος πλησίαζε, και πήδησε μέσα ζητώντας βοήθεια από τον Δία, που τη μεταμόρφωσε σε καλαμιά... Και ο δύσμοιρος Παν πηγαίνοντας όλο λαχτάρα να την αγκαλιάσει βρέθηκε εντέλει απογοητευμένος αγκαλιά με το φυτό...
Στενοχωρήθηκε πολύ και εις μνήμην του ανεκπλήρωτου αυτού έρωτα, έκοψε 7 ανισομερή καλάμια απ’ αυτήν, τα έδεσε μεταξύ τους , τα συγκόλλησε με κερί και έφτιαξε ένα πολυκάλαμο πνευστό όργανο, τον αυλό του Πανός, που πήρε το όνομά της: «Σύριγγα»...και μέχρι και σήμερα στα βάθη των δασών ακούγεται ο ήχος της θλιβερής του σύριγγας ως ανάμνηση του καημού του!..
2. Κάποτε –λέει- ριζώνουν και τα λόγια!..
Μια φορά ήταν ένας βασιλιάς και είχε στο κεφάλι του ένα κερατάκι. Το είχε πολύ κρυφό, μα πώς να το κρύψει και από τον κουρέα του;
Κάθε φορά όμως που πήγαινε να του κόψει τα μαλλιά, ο βασιλιάς τον φοβέριζε να μην το πει σε κανένα, γιατί θα του πάρει το κεφάλι.
Άλλος κανένας δεν το ήξερε εκτός από τον κουρέα του βασιλιά.
Ο κουρέας δεν μπορούσε να βαστάξει το μυστικό, μα φοβόνταν πάλι. Τι να κάνει; Πού να το πει;
Πήγε σ’ ένα πηγάδι, έσκυψε από πάνω και φώναξε μ’ όλη του την καρδιά: «Ο βασιλιάς έχει κερατάκι»!
Ύστερα από λίγον καιρό το πηγάδι ξεράθηκε, και φύτρωσε μέσα του μια καλαμιά. Η καλαμιά μεγάλωσε και μια μέρα πέρναγε ένας τσοπάνης, έκοψε την καλαμιά κι έκανε μια φλογέρα και την έπαιζε. Μα η φλογέρα έλεγε: «Ο βασιλιάς έχει κερατάκι, ο βασιλιάς έχει κερατάκι!»
Το άκουσε ένας, το άκουσε άλλος, το έμαθε όλη η χώρα, έφτασε και στ’ αυτιά του βασιλιά.
Στέλνει ο βασιλιάς ένα φρουρό του και φωνάζει τον κουρέα.
– Πού τον είπες αυτόν το λόγο; τον ρωτάει.
Ο καημένος ο κουρέας ορκιζόταν πως δεν το είπε σε κανένα. Μόνο μια φορά, λέει, δεν βάσταξα και πήγα και το είπα μέσα στο πηγάδι.
Φωνάζουν και τον τσοπάνη κι αυτός μαρτύρησε πως τη φλογέρα την έκαμε από ένα καλάμι που βγήκε μέσα στο πηγάδι. Έτσι φανερώθηκε πως κάποτε ριζώνουν και τα λόγια!...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου